Μοναχικοί Ταξιδιώτες | Χρίστος Λάσκαρης, 1931-2008

Markovics Ferenc, Clouds and Train, 1965

Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
κατά κανόνα σιωπηλοί,
πιάνοντας θέση σε παράθυρο.
Δεν έχουνε αποσκευές,
δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
Συνέχεια κοιτάζουν έξω.
Αν κάποιος τους ρωτήσει που πηγαίνουνε,
μοιάζουν σα να ‘ρχονται από μακριά.
σαν να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.

Χρίστος Λάσκαρης, Μοναχικοί Ταξιδιώτες


This (let's remember) day died again | e. e. cummings , 1950

Xαίρε, 1950                                                                                     e.e. cummings


this(let's remember)day died again and
again;whose golden,crimson dooms conceive
   
an oceaning abyss of orange dream
   
larger than sky times earth:a flame beyond
soul immemorially forevering am--
and as collapsing that grey mind by wave
doom disappeared,out of perhaps(who knows?)
   
eternity floated a blossoming
  
(while anyone might slowly count to soon)
rose-did you see her?darling,did you(kiss
me)quickly count to never?you were wrong
   
-then all the way from perfect nowhere came
   
(as easily as we forget something)
livingest the imaginable moon


e.e. cummings, Xαίρε *, 1950

chaire = rejoice! [Greek]


Also:

Stereosc2pe + Circus Performers | Lucia and Gerda Muller, 1950-53

*                                                        **

* Hulton Deutsch, Circus Performers (Lucia and Gerda Muller) in Hammersmith, London, 1953

* * Lucia and Gerda Muller of The Chaludis in Costume, who practice balancing 
on their heads for the Ringling Bros. & Barnum & Bailey Circus in 1950


Also:

Flowers | Photos by Horst P. Horst, 1985

Horst P. Horst, Hybiscus Platycum,1985
Horst P. Horst, Strawberries in Blue Vase, 1985                                  Horst P. Horst, Marigolds, Impatiens, & Violets, 1985
Horst P. Horst, Caladium and Hosta Leaves, 1985
Horst P. Horst, Marguerite and Day Lily Buds, 1985                                         Horst P. Horst, Agapanthus, Anemonoe Japonica, Zinnia,1985
Horst P. Horst, Datura (Trumpet Flower), 1985
Horst P. Horst, Coreopsis,1985                                            Horst P. Horst, Sunflower, Roses, and Poppies, 1985
Horst P. Horst, Dahlias, 1985
Horst P. Horst, Tulips, 1985                                    Horst P. Horst, Platycum, Betty Pryor Rose, and Queen Anne's Lace, 1985
Horst P. Horst, Lotus, 1985
Horst P. Horst, Rose with Cast Of Michelangelo Hand, 1985                                     Horst P. Horst, Roses with Antique Head, 1985


Also:

Alphabetarion # Losing | Ernest Hemingway, 1927

 Annalynn Hammond, Other Selves, collage  


“The most painful thing is losing yourself in the process of loving 
someone too much, and forgetting that you are special too.”

 Ernest Hemingway, Men Without Women, 1927


Louvre at Night | Photos by Loomis Dean, 1958

Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958

Loomis Dean, Louvre at Night, 1958
Loomis Dean, Louvre at Night, 1958


Also:

Silentium amoris / My voice / The true knowledge | Oscar Wilde, 1854-1900 / Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944


Oscar Wilde


Silentium amoris


As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.
And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.
But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung



My voice


Within this restless, hurried, modern world
We took our hearts' full pleasure---You and I,
And now the white sails of our ship are furled,
And spent the lading of our argosy.
Wherefore my cheeks before their time are wan,
For very weeping is my gladness fled,
Sorrow hath paled my lip's vermilion,
And Ruin draws the curtains of my bed.
But all this crowded life has been to thee
No more than lyre, or lute, or subtle spell
Of viols, or the music, of the sea
That sleeps, a mimic echo, in the shell.



The true knowledge


αναγκαίως δ΄ έχει
βίον θερίζειν, ώστε κάρπιμον στάχυν
και τον μεν είναι, τον δε μη.

Thou knowest all; I seek in vain
What lands to till or sow with seed--
The land is black with briar and weed,
Nor cares for falling tears or rain.
Thou knowest all; I sit and wait
With blinded eyes and hands that fail,
Till the last lifting of the veil
And the first opening of the gate.
Thou knowest all; I cannot see.
I trust I shall not live in vain,
I know that we shall meet again
In some divine eternity.



Oscar Wilde


Silentium amoris


Έτσι, όπως ο ήλιος, συχνά, με τη μεγάλη του τη λάμψη
διώχνει το χλωμό φεγγάρι, κι όσο και να του αντισταθεί,
στη ζοφερή σπηλιά του, δίχως ν΄ ακούσει,
μήτ΄ ένα καν τραγούδι του αηδονιού,
έτσι η ομορφιά σου μου σφαλνάει τα χείλη,
και κάνει μου παράφωνα, τα πιο γλυκά τραγούδια.
Κι έτσι, όπως την αυγήν, απάνου απ΄ τα λιβάδια,
περνά ο αγέρας με τα ορμητικά φτερά του,
και σπάει με το φιλί του, το καλάμι,
που αυτό μονάχα, μέσα σ΄ όλα τ΄ άλλα, μπόρειε να γίνει όργανο τραγουδιού
έτσι τα μανιασμένα μου τα πάθη, μέσα μου παραδέρνουν όλην ώρα,
κι η αγάπη μου, η πολύ μεγάλη, κάνει την ίδια αγάπη μου βουβή.
Μα βέβαια, πως τα μάτια μου θα σούδειξαν, εσένα,
ποιος ο λόγος της σιωπής μου, και πως είν΄ έτσι η λύρα μου παράχορδη,
πριν να γενεί μοιραίος ο χωρισμός μας, και πριν μας αναγκάσει να τραβήξουμε,
εσύ για κάποια χείλη, που να λένε τραγούδια με γλυκύτερη αρμονία,
κι εγώ ν΄ αναπολώ μόνο του κάκου,
κάποια φιλιά που δεν έχω δοσμένα, κάποια τραγούδια που δεν έχω πει.



Η φωνή μου


Στον τωρινό αυτόν κόσμο, που δε γνωρίζει ανάπαψη, μέσ’ τον πολυθόρυβο αυτόν κόσμο,
δρέψαμε, εσύ κι εγώ τις απολαύσεις όλες της καρδιάς,
και τώρα τ΄ άσπρα τα πανιά του σκάφους μας, είναι τα διπλωμένα,
και το φορτίο της βάρκας μας σωσμένο.
Κι έτσι τα μάγουλά μου κιτρίνισαν παράκαιρα,
γιατ΄ η χαρά μου έσβυσε μέσ’ τα δάκρυα.
Κι ο Καημός, χλώμιανε τ΄ άλικο χρυσάφι των παιδιακίσων μου χειλιών,
κι η Καταστροφή του κρεβατιού μου έσυρε τις κουρτίνες.
Όμως, αυτή όλη η πολυθόρυβη ζωή, δεν ήτανε για σε,
παρά μια λύρα, καν η λεπτή γοητεία
μιας βιόλας, ή η μουσική της θάλασσας,
πούν΄ αποκοιμημένη σε μιαν ανάλαφρη ηχώ, μέσ’ το κοχύλι.-


Η αληθινή σοφία


αναγκαίως δ΄ έχει
βίον θερίζειν, ώστε κάρπιμον στάχυν
και τον μεν είναι, τον δε μη.


Τα ξέρεις όλα : του κάκου ψάχνω εγώ,
ποιο χώμα πρέπει για να οργώσουμε, και ποιο πρέπει να σπείρουμε με στάρι.
Η γης είν΄ όλη μαύρη από τα βάτα, κι απ΄ τα κακά χορτάρια,
και μήτε νοιάζεται καθόλου για τα δάκρυα που πέφτουν ή για τη βροχή.
Τα ξέρεις όλα : κι εγώ είμαι καθισμένος, και προσμένω,
με δεμένα μάτια, και με τα χέρια μου αποκανωμένα,
ώσπου να σηκωθεί κι ο στερνός πέπλος,
κι η θύρα ν΄ ανοιχτεί, πρώτη φορά.
Τα ξέρεις όλα : εγώ, όμως, δεν μπορώ να ιδώ.
Ελπίζω η ζωή μου να μην πήγε του κάκου.
Και ξέρω – εμείς, πως πάλε θα βρεθούμε,
σε κάποια θεία αιωνιότητα, μαζί.-


Oscar Wilde (1854-1900) Τραγούδια
απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης


Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944                          Oscar Wilde with cape and hat by Sarony


Adam's Curse | William Butler Yeats, 1903

Ichiro Tsuruta, Japanese woman with wisteria hat

 We sat together at one summer’s end,
That beautiful mild woman, your close friend,   
And you and I, and talked of poetry.
I said, ‘A line will take us hours maybe;
Yet if it does not seem a moment’s thought,   
Our stitching and unstitching has been naught.   
Better go down upon your marrow-bones   
And scrub a kitchen pavement, or break stones   
Like an old pauper, in all kinds of weather;   
For to articulate sweet sounds together
Is to work harder than all these, and yet   
Be thought an idler by the noisy set
Of bankers, schoolmasters, and clergymen   
The martyrs call the world.’
                                          And thereupon
That beautiful mild woman for whose sake   
There’s many a one shall find out all heartache   
On finding that her voice is sweet and low   
Replied, ‘To be born woman is to know—
Although they do not talk of it at school—
That we must labour to be beautiful.’
I said, ‘It’s certain there is no fine thing   
Since Adam’s fall but needs much labouring.
There have been lovers who thought love should be   
So much compounded of high courtesy   
That they would sigh and quote with learned looks   
Precedents out of beautiful old books;   
Yet now it seems an idle trade enough.’

We sat grown quiet at the name of love;   
We saw the last embers of daylight die,   
And in the trembling blue-green of the sky   
A moon, worn as if it had been a shell   
Washed by time’s waters as they rose and fell   
About the stars and broke in days and years.

I had a thought for no one’s but your ears:   
That you were beautiful, and that I strove   
To love you in the old high way of love;
That it had all seemed happy, and yet we’d grown   
As weary-hearted as that hollow moon.

Also:
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...