Silentium amoris / My voice / The true knowledge | Oscar Wilde, 1854-1900 / Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944


Oscar Wilde


Silentium amoris


As oftentimes the too resplendent sun
Hurries the pallid and reluctant moon
Back to her sombre cave, ere she hath won
A single ballad from the nightingale,
So doth thy Beauty make my lips to fail,
And all my sweetest singing out of tune.
And as at dawn across the level mead
On wings impetuous some wind will come,
And with its too harsh kisses break the reed
Which was its only instrument of song,
So my too stormy passions work me wrong,
And for excess of Love my Love is dumb.
But surely unto Thee mine eyes did show
Why I am silent, and my lute unstrung;
Else it were better we should part, and go,
Thou to some lips of sweeter melody,
And I to nurse the barren memory
Of unkissed kisses, and songs never sung



My voice


Within this restless, hurried, modern world
We took our hearts' full pleasure---You and I,
And now the white sails of our ship are furled,
And spent the lading of our argosy.
Wherefore my cheeks before their time are wan,
For very weeping is my gladness fled,
Sorrow hath paled my lip's vermilion,
And Ruin draws the curtains of my bed.
But all this crowded life has been to thee
No more than lyre, or lute, or subtle spell
Of viols, or the music, of the sea
That sleeps, a mimic echo, in the shell.



The true knowledge


αναγκαίως δ΄ έχει
βίον θερίζειν, ώστε κάρπιμον στάχυν
και τον μεν είναι, τον δε μη.

Thou knowest all; I seek in vain
What lands to till or sow with seed--
The land is black with briar and weed,
Nor cares for falling tears or rain.
Thou knowest all; I sit and wait
With blinded eyes and hands that fail,
Till the last lifting of the veil
And the first opening of the gate.
Thou knowest all; I cannot see.
I trust I shall not live in vain,
I know that we shall meet again
In some divine eternity.



Oscar Wilde


Silentium amoris


Έτσι, όπως ο ήλιος, συχνά, με τη μεγάλη του τη λάμψη
διώχνει το χλωμό φεγγάρι, κι όσο και να του αντισταθεί,
στη ζοφερή σπηλιά του, δίχως ν΄ ακούσει,
μήτ΄ ένα καν τραγούδι του αηδονιού,
έτσι η ομορφιά σου μου σφαλνάει τα χείλη,
και κάνει μου παράφωνα, τα πιο γλυκά τραγούδια.
Κι έτσι, όπως την αυγήν, απάνου απ΄ τα λιβάδια,
περνά ο αγέρας με τα ορμητικά φτερά του,
και σπάει με το φιλί του, το καλάμι,
που αυτό μονάχα, μέσα σ΄ όλα τ΄ άλλα, μπόρειε να γίνει όργανο τραγουδιού
έτσι τα μανιασμένα μου τα πάθη, μέσα μου παραδέρνουν όλην ώρα,
κι η αγάπη μου, η πολύ μεγάλη, κάνει την ίδια αγάπη μου βουβή.
Μα βέβαια, πως τα μάτια μου θα σούδειξαν, εσένα,
ποιος ο λόγος της σιωπής μου, και πως είν΄ έτσι η λύρα μου παράχορδη,
πριν να γενεί μοιραίος ο χωρισμός μας, και πριν μας αναγκάσει να τραβήξουμε,
εσύ για κάποια χείλη, που να λένε τραγούδια με γλυκύτερη αρμονία,
κι εγώ ν΄ αναπολώ μόνο του κάκου,
κάποια φιλιά που δεν έχω δοσμένα, κάποια τραγούδια που δεν έχω πει.



Η φωνή μου


Στον τωρινό αυτόν κόσμο, που δε γνωρίζει ανάπαψη, μέσ’ τον πολυθόρυβο αυτόν κόσμο,
δρέψαμε, εσύ κι εγώ τις απολαύσεις όλες της καρδιάς,
και τώρα τ΄ άσπρα τα πανιά του σκάφους μας, είναι τα διπλωμένα,
και το φορτίο της βάρκας μας σωσμένο.
Κι έτσι τα μάγουλά μου κιτρίνισαν παράκαιρα,
γιατ΄ η χαρά μου έσβυσε μέσ’ τα δάκρυα.
Κι ο Καημός, χλώμιανε τ΄ άλικο χρυσάφι των παιδιακίσων μου χειλιών,
κι η Καταστροφή του κρεβατιού μου έσυρε τις κουρτίνες.
Όμως, αυτή όλη η πολυθόρυβη ζωή, δεν ήτανε για σε,
παρά μια λύρα, καν η λεπτή γοητεία
μιας βιόλας, ή η μουσική της θάλασσας,
πούν΄ αποκοιμημένη σε μιαν ανάλαφρη ηχώ, μέσ’ το κοχύλι.-


Η αληθινή σοφία


αναγκαίως δ΄ έχει
βίον θερίζειν, ώστε κάρπιμον στάχυν
και τον μεν είναι, τον δε μη.


Τα ξέρεις όλα : του κάκου ψάχνω εγώ,
ποιο χώμα πρέπει για να οργώσουμε, και ποιο πρέπει να σπείρουμε με στάρι.
Η γης είν΄ όλη μαύρη από τα βάτα, κι απ΄ τα κακά χορτάρια,
και μήτε νοιάζεται καθόλου για τα δάκρυα που πέφτουν ή για τη βροχή.
Τα ξέρεις όλα : κι εγώ είμαι καθισμένος, και προσμένω,
με δεμένα μάτια, και με τα χέρια μου αποκανωμένα,
ώσπου να σηκωθεί κι ο στερνός πέπλος,
κι η θύρα ν΄ ανοιχτεί, πρώτη φορά.
Τα ξέρεις όλα : εγώ, όμως, δεν μπορώ να ιδώ.
Ελπίζω η ζωή μου να μην πήγε του κάκου.
Και ξέρω – εμείς, πως πάλε θα βρεθούμε,
σε κάποια θεία αιωνιότητα, μαζί.-


Oscar Wilde (1854-1900) Τραγούδια
απόδοση Ναπολέων Λαπαθιώτης


Ναπολέων Λαπαθιώτης, 1888-1944                          Oscar Wilde with cape and hat by Sarony


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...