Έρθης δεν έρθης | Κωστής Παλαμάς, 1859-1943

Λιλή Ιακωβίδη, Κωστής Παλαμάς


Έρθης δεν έρθης, εγω θα σύρω
τἀργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
το κουρασμένο κορμί να γείρω
στην έρμη πέτρα τη μυστική.

Και θα προσμένω και θα πεθαίνω
και θανασταίνομαι -μιλώ, μένω-
με τη μιλιά σου·
Έρθης δεν έρθης, θα σε αγκαλιάζω
και με τη σκέψη μου θα ταιριάζω
τη ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στο χώμα θα πάω να ψάξω
το πάτημά σου να βρω, θα δράξω
γή μέσ᾿ στη φούχτα να τη φιλήσω,
κι από κλωνάρια κι από χορτάρια
μέσα στα χέρια δροσιά θα κλείσω,
σαν απ' τη σάρκα κι απ' τη δροσιά σου.

Πέρα της χώρας ἀνάρια ἀνάρια,
παιζογελώντας με, τα λυχνάρια
θα μ᾿ αχνοστέλνουν το φάντασμά σου.
Μ' όλα της νύχτας τα λυχνιτάρια
θα ψάξω ναβρώ το πέρασμά σου.

Και με το σεῖσμα τ 'αχνού του τρόμου
ἢ με το κάρφωμα εκστατικό,
στη γνωρισμένη πλαγιά του δρόμου,
Ερθης δεν ἔρθης, θα καρτερώ.

Τρελό καρτέρι, και ολόγυρά μου
ἡ κρυφή νύχτα και ἡ σιγανή·
μόνο γιομάτη θα ειν' η καρδιά μου
από την ψάλτρα σου τη φωνή.

Και οι στρατολάτες που θα περνάνε,
και όσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι από σένα θα μου μηνᾶνε,
και θα μου παίρνουν κάτι από σένα.

Για σε ξανάβρα και ξαναπήρα
των είκοσί μου χρόνων τη λύρα,
κ' έρριξ' απάνου
στους λυγισμένους μου ώμους του πλάνου
πάθους απότομα την πορφύρα.

Τῆς ὁρμῆς εἶμ᾿ ἐγώ το παιδί,
τ 'ανἄσασμα εἶσαι τῶν ἄγριων κρίνων,
το λάτρεμα εἶσαι, το φυλαχτό
τῶν ἐρωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνή κατάρα, μοίρα κακή
τούτ' η λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
ἢ σπλαχνισμένου αγγέλου εὐκή
να ξεψυχήσω με το όνομά σου;

Έρθης, δεν έρθης, εγώ θα σύρω
τἀργά τα πόδια γοργά ως εκεί,
στην έρμη απάνου πέτρα θα γείρω,
Ἴσκιε, στα πόδια σου το κορμί...

Κωστής Παλαμάς, 1859-1943

 Κωστής Παλαμάς, Αρτεμις Ρέσσου, Αιδηψός
στα σκαλιά του ξενοδοχείου «Ηράκλειον»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...