Sunflowers | Vincent van Gogh / Egon Schiele / Georges Braque / William Blake / Allen Ginsberg

"...we're all beautiful golden sunflowers inside..." 
Allen Ginsberg (Sunflower Sutra, 1955)
Vincent van Gogh, Les Tournesols, 1888
Georges Braque, Sunflowers at Choisel, 1946
Egon Schiele, Sunflowers, 1911

Ah! sunflower, weary of time,
Who countest the steps of the sun,
Seeking after that sweet golden clime
Where the traveller’s journey is done;

Where the youth pined away with desire,
And the pale virgin shrouded in snow,
Arise from their graves and aspire;
Where my sunflower wishes to go.

William Blake : Ah! Sunflower (1757-1827) P. 1793

< Emile Nolde, Blue Sky and Sunflowers, 1928
Claude Monet, Sunflowers, 1881                                                               Gustave Caillebotte, Sunflowers on the Banks of the Seine, 1886
Gustav Klimt, The Sunflower, 1907

On photography | Ansel Adams, 1929 -67

Ansel Adams: Self-Portrait, Monument Valley, Utah, 1958   Rondal Partridge: Ansel Adams in the Sierra, late 1930s

“You don’t take a photograph, you make it.” 

  Ansel Adams, Railroad Tracks near Lone Pine

Ansel Adams, Los Angeles, 1967

“Simply look with perceptive eyes at the world about you, and trust your own reactions and convictions. Ask yourself: Does this subject move me to feel, think and dream?” 

Ansel Adams
Ansel Adams, Rails and Jet Trails, Roseville California, 1953              Ansel Adams, “Storm,” Point Sur, Monterey coast CA, 1942

“You don’t make a photograph just with a camera. You bring to the act of photography all the pictures you have seen, the books you have read, the music you have heard, the people you have loved.” 

Ansel Adams

Ansel Adams, Zabriskie Point, Death Valley California, 1942    Ansel Adams, Poplars, California, 1960

“I long for the high places - they are so clean and pure and untouched” 

Ansel Adams

Ansel Adams, Eagle Dance, 1929

Ήθελα | Νίκος Καββαδίας, 1928 -30

Ο Νίκος Καββαδίας σε παιδική ηλικία

Ἤθελα πάντα νά 'μενα μικρό κι ἁγνό παιδί
πού ἀπ' τό ψυχρό δωμάτιό του ἔξω ποτέ δέ βγαίνει
καί πού, σκυφτό, παράξενα βιβλία φυλλομετρεῖ,
κι ἀπέναντί του τό κοιτοῦν παλιάτσοι ἀραδιασμένοι΄

πού ἔχει μιά ἤρεμη καρδιά καί σά μικροῦ πουλιοῦ δειλή,
καί πού ἄλλη δέν ἐγνώρισε γυναίκα ἀπ' τή μαμά του'
πού ὧρες πολλές, σέ μιά γωνιά, μένει καί διόλου δέ μιλεῖ,
καί κάποια κούκλα πού ἀγαπᾶ κρατάει σφιχτά σιμά του'

πού τά ψυχρά ἀπογέματα, τα φθινοπωρινά,
τό δρόμο ἔξω κοιτάζοντας ἀπ' τό παράθυρό του,
ἄγνωστα μέρη σκέφτεται, ταξίδια μακρυνά,
πού στά βιβλία πού διάβασεν ἤ πού εἶδε στ' ὄνειρό του...

Καί μιά βραδιά χειμερινή πού ὅλα μέ χιόνι ἔχουν στρωθεῖ,
μές στό ψυχρό καί θλιβερό δωμάτιό του πεθαίνει
κι ὡς 'Αρλεκίνος νά τόν πάρει ὁ Χάρος ἔχει ἐρθεῖ
κι ἀπέναντί του τόν κοιτοῦν παλιάτσοι συντριμμένοι

Νίκος Καββαδίας, Ήθελα, 1928-30

Το ποίημα αυτό ήταν δημοσιευμένο στο Πειραϊκό Βήμα και δεν είχε ενταχθεί σε κάποια ποιητική
 συλλογή (βρίσκεται στο βιβλίο Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη, εκδόσεις Άγρα και στην Ανθολογία
 Ρένου Αποστολίδη). Ήταν υπογεγραμμένο από τον Πέτρο Βαλχάλα: ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε
 ο Καββαδίας στα πρώτα του κείμενα. Το εν λόγω ποίημα είναι γραμμένο το χρονικό διάστημα από 
τον Ιανουάριο του 1928 έως τον Ιανουάριο του 1930. 
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910.  


Dancers with Cat Masks | Brassai / Leonor Fini, 1930 - 1948

Brassaï, Dancer wearing a costume designed by Leonor Fini (Argentine, 1907–96) 
for Les Demoiselles de la Nuit, 1948

Les Demoiselles de la Nuit tells the story of a musician who falls in love with his 
beautiful cat Agathe, who has assumed semi-human form. Agathe tries to be faithful to 
her human lover but is lured away by the sound of tomcats and the call of freedom.
 She leaps off the rooftops and the musician falls to his death as he tries to grab hold of her.
 She falls after him and they are united in death.

Brassai, Woman with cat mask, 1930 
Brassai, Dancer in “Les demoiselles de la nuit” ballet, 1948


The Book and the Movie: Rebecca | Daphne du Maurier, 1938 / Alfred Hitchcock, 1940

Rebecca (1938) is a novel by English author Daphne du Maurier. Daphne du Maurier always said
 her novel Rebecca was a study in jealousy. The novel is particularly notable for the character
Mrs. Danvers, the fictional estate Manderley, and its opening lines:

"Last night I dreamt I went to Manderley again ..."

“Happiness is not a possession to be prized, it is a quality of thought, a state of mind.” 

"She paused. She went on looking at me, watching my eyes. ‘Do you think she can see us,
 talking to one another now?’ she said slowly. ‘Do you think the dead come back and
 watch the living?’"

“Moonlight can play odd tricks upon the fancy, even upon a dreamer’s fancy.”
“I suppose sooner or later in the life of everyone comes a moment of trial. We all of us have our 

particular devil who rides us and torments us, and we must give battle in the end.”

     “There were no shadows between us any more, and when we were silent it was 

because the silence came to us of our own asking.”

“If only there could be an invention that bottled up a memory, like scent. And it never faded, and it never got stale. 
And then, when one wanted it, the bottle could be uncorked, and it would be like living the moment all over again.”

"Why don't you jump now and have done with it? Then you won't be unhappy any more."

“I wondered how many people there were in the world who suffered, and continued to suffer,
because they could not break out from their own web of shyness and reserve, and in their
 blindness and folly built up a great distorted wall in front of them that hid the truth.”

“The road to Manderley lay ahead. There was no moon. The sky above our heads was inky
black. But the sky on the horizon was not dark at all. It was shot with crimson, like a
splash of blood. And the ashes blew towards us with the salt wind from the sea.”

Rebecca, Daphne du Maurier, 1938

Rebecca (1940) 
Director: Alfred Hitchcock
 Stars: Laurence Olivier, Joan Fontaine, George Sanders

On the set of Rebecca in 1939 with Joan Fontaine and Laurence Olivier
A couple watching the playbill of the film Rebecca by
Alfred Hitchcock, Italy, 1950 / Photo by Angelo Cozzi

Η Μάσκα | Πάνος Κουτρουμπούσης

«Διαβάζαμε Μάσκα με δυό άλλους φίλους - ένας απο αυτούς που τώρα είναι κλασικός συνθέτης, είχε μια συλλογή με προπολεμικές Μάσκες. Και επίσης και την τότε Μάσκα, της δευτέρας περιόδου. Διαβάζαμε λοιπόν και μετά κόβαμε χαρτάκια από τα τετράδια, τα διπλώναμε στη μέση σαν μινιατούρα περιοδικού και στο εξώφυλλο, ας πούμε, έγραφε "Το σπίτι των Πεθαμένων, Μάσκα Νο1", άνοιγες το χαρτάκι, το ξεδίπλωνες και στη μέση είχε μια διπλή εικόνα που ήταν ένα μπουρδέλο και βγαίνανε 2-3 που προχωράγανε τρεκλίζοντας έξω και το μπουρδέλο είχε το σήμα "Χ", που υποτίθεται ότι είχαν τότε τα μπουρδέλα - εγώ δεν το είχα δει ποτέ. Και από πίσω, καθώς το δίπλωνες πάλι, έλεγε "στο επόμενο τεύχος" και είχε έναν άλλο τίτλο παρμένο από τη Μάσκα. Αυτά τα έκανε εκείνος και εγώ έκανα τα σκιτσάκια και μετά τα κυκλοφορούσαμε στην τάξη, τα έβλεπαν 5-6 της παρέας και μετά μαζευόντουσαν πάλι πίσω  σε μας και τα κράταγα εγώ. Αλλά μετά ανακαλύφθηκαν αυτά, τέλος πάντων πήραμε κάτι αποβολές, μας ανακρίνανε τρεις μέρες στο γραφείο»

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης όταν ήταν 13 ετών, στο Κολλέγιο Αθηνών.

Πάνος Κουτρουμπούσης, συνέντευξη  στον Αλέξη Καλοφωλιά,
Merlin' s Music Box, #26, Ιούλιος 1995


First Photograph of Lightning (1885) | William N. Jennings

From 1882-90, amateur photographer William N. Jennings took the first-ever photographs of lightning. Dazzling, dramatic, and amazing, given the technology available at the time, they caused an international stir and established Jennings as a pioneer in his field. The award-winning originals are in the George Eastman House Museum in Rochester, New York.

Ο μικρός Πρίγκιπας και το Ρόδο του | Antoine & Consuelo de Saint Exupéry, 1931-44

Antoine de Saint Exupéry, Pilot License in Morocco, 1921                                                            Consuelo de Saint Exupéry

Το Σεπτέμβριο του 1930, ο Antoine de Saint Exupéry, σε μια πτήση πάνω από το Μπουένος Άιρες, λέει στη γυναίκα που είναι δίπλα του και γνώρισε λίγες ώρες πριν: «Αγαπώ τα χέρια σας και θέλω να τα έχω μόνο δικά μου...». Την εποχή που ο Exupéry γνωρίζει τη γυναίκα του είναι ο διευθυντής της Aeroposta Argentina. Λιγομίλητος και παράτολμος, ο συγγραφέας είναι ένας τυχοδιώκτης κι ένα αιώνιο παιδί. Η Consuelo Suncín de Sandoval, δύο φορές χήρα στα 27 της χρόνια, είναι μια γυναίκα γοητευτική και αισθησιακή. Ιδιόρρυθμοι, παρορμητικοί και μποέμ και οι δύο, ρίχνονται σ' ένα αδιάκοπο ταξίδι, και πάντα από το ένα ξενοδοχείο στο άλλο.

''Ο Τόννιο δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να μιλάει για τον εαυτό του. Ο τρόπος που έβλεπε, που ένιωθε τον κόσμο είχε σίγουρα να κάνει με την παιδική ηλικία του: Δε μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του, δεν αφηγούνταν ιστορίες από τη ζωή του. Δινόταν από την πρώτη στιγμή σε όποιον τον άκουγε. Θυμάμαι μία από τις φράσεις του: " Πρέπει να αγαπάμε τους ανθρώπους χωρίς να τους το λέμε". Εξηγεί το χαρακτήρα του. Η αγάπη ήταν για κείνον κάτι φυσικό. Αυτοί που έμεναν μαζί του δύσκολα τον άντεχαν, γιατί κουβαλούσε όλο το είναι του μαζί του, απόλυτα, ολοκληρωτικά, χωρίς να ξεχνάει ούτε ένα τοσοδά κομμάτι του άλλου. [..] Τον αγαπούσα για την αδεξιότητα του, για τα ποιητικά του φερσίματα, για τους τρόπους ενός γίγαντα που έκρυβαν μια ευαίσθητη ψυχή. Ήξερε να μετατοπίζει πολύ μεγάλα βάρη χωρίς προσπάθεια, όπως είχε και τη χάρη να κόβει με το ψαλίδι σε πολύ λεπτό χαρτί αεροπλάνα, που τα πετούσε στον αέρα από την ταράτσα μας προς τα διπλανά σπίτια."

 Το τριαντάφυλλο θυμάται, Consuelo de Saint Exupéry

Consuelo Suncín de Sandoval                             Antoine & Consuelo de Saint Exupéry

" Ύστερα από μερόνυχτα πτήσης ήταν φρέσκος και γελαστός. Μπορούσε να πιει ένα βαρέλι υγρά ή να μείνει μέρες ολόκληρες 
χωρίς ούτε σταγόνα νερό. Δεν είχε άλλα ωράρια από αυτά των καταιγίδων στον ουρανό ή της θύελλας μέσα στην καρδιά του.¨


"Δεν μπορώ πια να ζω με ψυγεία, με πολιτική, με χαρτοπαίγνια  και σταυρόλεξα! 
Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς ποίηση, χρώματα, χωρίς έρωτα".


"Σε χρειάζομαι όπως χρειάζομαι το καλοκαίρι. Σε χρειάζομαι. Είναι ένα μυστήριο ο έρωτας αυτός που δε θέλησε ποτέ να πεθάνει. 
Να που έμαθα να στηρίζομαι επάνω σου. Και ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ σ' εσένα. Τα γράμματα σου τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. 
Είναι η μοναδική χαρά μου. Η μοναδική. Η τελείως μοναδική σ' αυτούς τους ζοφερούς καιρούς. Σας αγαπώ, Consuelo".


Saint-Exupéry at Sénégal

Antoine & Consuelo, 1931-44

"Θυμάμαι το χαμόγελο σου και νομίζω πως, αν έγινα γυναίκα σου για όλη μου τη ζωή, είναι γιατί με μάγεψε το γέλιο σου. Κανείς 
δεν ξέρει να γελάει σαν εσένα. Ξέρω πως δεν είναι ένα γέλιο σαν τα άλλα, ξέρεις τι θέλω να πω. Για μένα είναι μια χάρη, ένας 
τρόπος να λες ευχαριστώ στα όμορφα πράγματα της γης αυτής. Είναι σαν τον καρπό του δέντρου. Το χαμόγελο σου είναι 
βάλσαμο στην καρδιά μου, κι αν ήμουν μάγος, θα το έβαζα συνέχεια για να γίνει αιώνιος ο ρυθμός του μικρού στόματος σου."


"Είμαι υπερβολικά περίπλοκος για μένα. Δεν ξέρω να χρησιμοποιώ τον εαυτό μου".


"Γυναικούλα μου, δεν είμαστε πλασμένοι γι' αυτή τη ζωή. Θα σε πάω σε όμορφα μέρη, όπου υπάρχει ακόμα κάποιο μυστήριο και
όπου το βράδυ είναι δροσερό σαν κρεβάτι και ξεκουράζει τους μυς του κορμιού, κι όπου μπορείς να αιχμαλωτίσεις τα άστρα".


Ο μικρός πρίγκιπας και το ρόδο του, Alain Vircondelet
μτφ : Έφη Κορομηλά

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...