Exquisite Corpse | Collages by André Breton / Jacqueline Lamba / Yves Tanguy, 1938

 André Breton, Jacqueline Lamba, Yves Tanguy - Cadavre exquis, 1938
 André Breton, Jacqueline Lamba, Yves Tanguy - Cadavre exquis, 1938
 André Breton, Jacqueline Lamba, Yves Tanguy - Cadavre exquis, 1938

The Cadavre Exquis (Exquisite Corpse) was a favourite surrealist game from the mid-1920s 
onwards. It usually involved three or four participants who added to a drawing, collage or 
sentence, without seeing what the others had already done. Made by André Breton, his 
second wife Jacqueline Lamba, and Yves Tanguy, while on a weekend holiday together 
in February 1938.

The name is derived from a phrase that resulted when Surrealists first played the game, 
"Le cadavre exquis boira le vin nouveau." ("The exquisite corpse shall drink the new wine.") 
André Breton writes that the game developed at the residence of friends in an old house at 
54 rue du Chateau (no longer existing). In the beginning were Yves Tanguy, Marcel Duchamp, 
Jacques Prévert, Benjamin Péret, Pierre Reverdy, and André Breton. Other participants 
probably included Max Morise, Joan Miró, Man Ray, Simone Collinet, Tristan Tzara,
 Georges Hugnet, René Char, and Paul and Nusch Éluard.
Henry Miller often partook of the game to pass time in French cafés during the 1930s.

 André Breton, Jacqueline Lamba, Yves Tanguy - Cadavre exquis, 1938


Alphabetarion # Message | Patricia Highsmith, 1960

Frederick Varley (1881-1969), The Lonesome Tree

"He ran into a tree, hurting his shoulder and the right side of his head. It was vaguely familiar 
to him, the action of running into a tree. Where? When? He went slowly back to the tree and
 put his hand on its rough, immovable trunk, confident that the tree would tell him an important 
piece of wisdom, or a secret. He felt it, but he could not find words for it: it had something to do 
with identity. The tree knew who he was really, and he had been destined to bump into it. The tree
 had a further message. It told him to be calm and quiet and to stay with Annabelle."

Patricia Highsmith, This Sweet Sickness, 1960


Roman Polanski & Chess | New York, Munich, Saint Tropez, 1968-1979

 Serge Assier, Roman Polanski in Saint Tropez, 1979 
 Roman Polanski during a game of chess at Munich’s Olympic Village, 1972 
Roman Polanski, Mia Farrow, and Ruth Gordon  Rosemary's Baby  New York 1968
 Serge Assier, Roman Polanski in Saint Tropez, 1979 
Roman Polanski & François Périer /  Photo: Jean-Marie Périer’s property
 Serge Assier, Roman Polanski in Saint Tropez, 1979 
Serge Assier, Roman Polanski in Saint Tropez, 1979                                Sharon Tate and Roman Polanski's Wedding Chet Set, 1968


Song | Allen Ginsberg, 1954

Allen Ginsberg, San Francisco, 1959 

The weight of the world
is love.
Under the burden
of solitude,
under the burden
of dissatisfaction

the weight,
the weight we carry
is love.

Who can deny?
In dreams
it touches
the body,
in thought
a miracle,
in imagination
till born
in human--
looks out of the heart
burning with purity--
for the burden of life
is love,

but we carry the weight
and so must rest
in the arms of love
at last,
must rest in the arms
of love.

No rest
without love,
no sleep
without dreams
of love--
be mad or chill
obsessed with angels
or machines,
the final wish
is love
--cannot be bitter,
cannot deny,
cannot withhold
if denied:

the weight is too heavy

--must give
for no return
as thought
is given
in solitude
in all the excellence
of its excess.

The warm bodies
shine together
in the darkness,
the hand moves
to the center
of the flesh,
the skin trembles
in happiness
and the soul comes
joyful to the eye--

yes, yes,
that's what
I wanted,
I always wanted,
I always wanted,
to return
to the body
where I was born.

Allen Ginsberg, Song
 San Jose, 1954


Summer Fun | Photos by Pierre Jamet, 1933 - 1966

Pierre Jamet, 1930s
Pierre Jamet, 1937
Pierre Jamet, Belle-Île-en-Mer, 1946
Pierre Jamet, 1948
Pierre Jamet, Belle-Île-en-Mer, 1937
Pierre Jamet, Dina Vierny, 1937                                                                                     Pierre Jamet
   Pierre Jamet, 1933
 Pierre Jamet, 1937                                                                               Pierre Jamet
Pierre Jamet, Luis and Blaise, 1966
Pierre Jamet, 1933
Pierre Jamet, 1937                                            Pierre Jamet, 
Pierre Jamet, Belle-Île-en-Mer, 1937
Pierre Jamet, Belle-Île-en-Mer, 1938
Pierre Jamet, Port du Palais, 1950s
Pierre Jamet, Belle-Île-en-Mer, 1937
Pierre Jamet, Corinne Jamet-Vierny, 1949

Pierre Jamet is a French photographer and singer, born 24 May 1910 in Saint-Quentin (Aisne)
 and died on August 17, 2000 in Belle-Ile-en-Mer (Morbihan). He is a representative of humanist
 photography, and was a member of the vocal quartet Les Quatre Barbus.

Aμούρ-Αμούρ | Ανδρέας Εμπειρίκος, 1939

 Pablo Picasso, Horse with a Youth in Blue, 1905-1906

Το βαπόρι που με μεταφέρει στην Ρωσσία, αγκυροβολεί στη Σεβαστούπολι. Ύστερα από μια διαμονή ολίγων ημερών σε αυτή την ωραία πόλι της Κριμαίας, αναχωρώ για τα κτήματα που ανήκαν προ της Επαναστάσεως του 1917 στους θείους μου. Το Τσόργκουν, ένα χωριό κατοικημένο κατά το ένα ήμισυ από Τατάρους και κατά το άλλο από Ρώσσους, είναι συνυφασμένο, μέσα στη μνήμη μου, με πλήθος αναμνήσεων της παιδικής μου ηλικίας. Ακόμη και σήμερα, όταν ακούω ποδοβολητό αλόγων σε γέφυρα ξύλινη, ή τον θόρυβο που κάνουν τα σιδερένια στεφάνια μιας αμάξης επί ενός σανιδώματος γεφύρας, βλέπω μπροστά μου την παλαιά ξύλινη γέφυρα, η οποία έζευε τον μικρό ποταμό Τσόρναγια, σε ελάχιστη απόστασι από το σπίτι του θείου μου Δημήτρη, που με θερμή αγάπη και άπειρη καλωσύνη με φιλοξενούσε, οσάκις πήγαινα ως παιδί στα κτήματά του. Ανεβασμένος σε μια μεγάλη φουντωτή καρυδιά, στην όχθη του Τσόρναγια, ή σκαρφαλωμένος στα κλαδιά μιας δαμασκηνιάς, που ήτο τόσο φορτωμένη με δαμάσκηνα, ώστε ένα δυνατό τίναγμα αρκούσε για να κάμη κανείς μια πλούσια συγκομιδή, έβλεπα συχνά τα αγόρια των Τατάρων να προχωρούν γυμνά στον ποταμό, κοντά στο ξύλινο γιοφύρι, όπου τα νερά ήσαν βαθύτερα, και , εκεί, να λούζονται μαζύ με τα άλογα, παίζοντας και φωνάζοντας εκφραστικώτατες λέξεις στην γλώσσα των, εκ των οποίων πολλές μοιάζαν με τις τόσο συγκλονιστικά σαφείς άναρθρες κραυγές, που απ’ ευθείας εκπηδούν σαν εκτοξεύσεις σπέρματος μέσα από τα ορμέμφυτα και από τα σπλάχνα των ανθρώπων.

Δύο τάσεις εχαρακτήριζαν κυρίως τα παιχνίδια των αγοριών· η πολεμική και η ερωτική. Ένα παιδί κατέβρεχε ανηλεώς έναν μικρό του σύντροφο. Ένα άλλο προσπαθούσε να πετροβολήση ένα σκυλί. Ένα τρίτο ίππευε ξαφνικά ένα από τα άλογα και ορμώντας μέσα στον ποταμό, παραμέριζε τους άλλους λουομένους και εξέπεμπε φωνή θριάμβου, προσθέτοντας στην επική του δράσι, παιάνα γέλωτος γαργάρου και ύβρεων στιλπνών. Και ενώ μερικά αγόρια επάλευαν στα μαλακά χώματα, κοντά στον ποταμό, άλλα, ιστάμενα επί της όχθης, ηγωνίζοντο ποιο θα εκτοξεύση τα ούρα του εις απόστασιν μεγαλειτέραν. Άλλα πάλι, προκαλούσαν στύσεις και παρέβαλαν τα γεννητικά τους όργανα εις οξύτατον ανταγωνισμόν. Εξ αυτών μερικά κατέληγαν εις εκσπερματώσεις, δι’ ατομικών ή αμοιβαίων ψαύσεων και θωπειών, ενώ άλλα, πιο φιλικώς διακείμενα στον ρεμβασμόν, απεσύροντο σε ήσυχα και ερημικά σημεία της όχθης, όπου επεζήτουν τον κατευνασμόν, αυνανιζόμενα σιωπηρώς, ή εν μέσω αναφωνήσεων και στεναγμών, πίσω από κλάδους ή πυκνά δενδρύλλια. Τα πιο θαρραλέα και τα κάπως πιο ώριμα αγόρια, προτιμούσαν ν’ αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της πραγματικότητος, για να φθάσουν σε πληρέστερα, σε πιο ολοκληρωτικά αποτελέσματα. Αυτά άφηναν τους ομοφύλους των και προχωρούσαν σε ένα άλλο σημείο του ποταμού, όχι πολύ μακρυά από την ξύλινη γέφυρα, όπου τα νερά ήσαν πιο ρηχά και όπου ήρχοντο συχνά μικρές τατάρισσες με φουντωτά σαλβάρια και νεαρές ημίγυμνες τσιγγανοπούλες για να ποτίσουν τ’ άλογα. Εκεί όμως ανεκόπτετο η προς τα πρόσω φορά ωρισμένων αγοριών. Τα παιδιά αυτά εφοβούντο να προέλθουν σε πράξεις πιο λυσιτελείς, αλλ’ αφ’ ετέρου δεν επεθύμουν να παραιτηθούν των μυχιαιτέρων βλέψεών των, επιστρέφοντα τελείως άπρακτα, και εν τοιαύτη περιπτώσει, εζήτουν διέξοδον σε μια συμβολική μέση λύσι, περιοριζόμενα σε γαύρες επιδείξεις του πέους των εξ αποστάσεως, ραντίζοντας ενίοτε την χλόη και τον ποταμό, με αλλεπάλληλα αναβρύσματα λευκών σταγόνων. Τουναντίον, τα άλλα αγόρια που ήσαν μαχητικώτερα και πιο αποφασιστικά, ωρμούσαν χωρίς να ορρωδήσουν και προσπαθούσαν να έλθουν σε άμεση επαφή με τα κορίτσια, των οποίων τα ράκη επέτρεπαν να φαίνεται καμιά φορά το αιδοίον, ή κάποιο άλλο θέλγητρον του σώματός των, εξ εκείνων που από αμνημονεύτων χρόνων, διδασκόμεθα ότι πρέπει να καλύπτη, εν πνεύματι ενοχής, η αιδημοσύνη. Οι μικρές τατάρισσες και οι τσιγγανοπούλες, οσάκις είχαν να κάμουν με τα αγόρια που επετίθεντο, έμεναν επί τόπου και παρατηρούσαν έκθαμβες τα γεννητικά όργανα των παιδιών, με ένα κράμα λαχταριστού ενδιαφέροντος και εντρόμου περιεργείας. Οσάκις όμως είχαν να αντιμετωπίσουν τα πιο απαιτητικά και τα πιο τολμηρά αγόρια, που δεν εδίσταζαν να ορμήσουν επάνω τους, ετρέποντο εις φυγήν, σαν τρομαγμένα περιστέρια, ή έβαζαν τις φωνές, ζητώντας βοήθεια από γονείς ή διαβάτες, οι οποίοι, καταφθάνοντες, διεσκόρπιζαν τους νεαρούς κατακτητάς, με ιαχάς, πετροβολήματα και ύβρεις. Η ομαδική δράσις, δεν διηυκόλυνε όσα παιδιά επιζητούσαν την άμεσον επαφή με τα κορίτσια. Mια τέτοια προσέγγισις καθίστατο δυνατή, μόνον όταν ένα αγόρι έβγαινε δίχως συντρόφους στο κυνήγι και οσάκις συνέπιπτε να συναντά μία παιδίσκη επίσης μόνη. Τότε ο μικρός, υπακούων στη φυσική παρόρμησί του, είχε πολλές ελπίδες να επιτύχη και πράγματι, όχι σπανίως, επετύγχανε εις τας ερωτικάς του επιδιώξεις, δι’ ενεργείας συχνά υποτυπώδους, αλλά πάντοτε πλήρους πάθους, ιδίως αν βοηθούσε κάπως και μία σχετική δεκτικότης της μικρής.

Πέραν των συγκεκριμένων αυτών αναμνήσεων, συγκλίνουν σιγά-σιγά προς τον Τσόρναγια και πάμπολλες άλλες συσχετίσεις, με φόρτον συναισθηματικόν, που ασυνειδήτως συναρμολογούνται με τα εντός και εκτός των αναμνήσεών μου ευρισκόμενα στοιχεία. Οι συσχετίσεις αυτές, τείνουν να μετατρέψουν το μικρό ποτάμι του Τσόργκουν σε μεγάλο ποταμό, που διασχίζει όχι την Κριμαία, αλλά μίαν ήπειρο αυθαίρετα πλασμένη, της οποίας τα σύνορα με την αντικειμενική πραγματικότητα, αρχικώς διαγράφονται σαφώς, έπειτα γίνονται ακαθόριστα, και τέλος ενσωματώνονται, συγχωνεύονται και χάνονται, μέσα στην επικράτεια της υποκειμενικής μου ενδοχώρας, της εσωτερικής αυτής πραγματικότητος, κατά τρόπον όμοιον με αυτόν που ανακαλύπτουμε στους πολυπλόκους μηχανισμούς των ονείρων και των φαντασιώσεων.

Τα ανδραγαθήματα των μικρών τατάρων και οι ερωτικές των περιπέτειες, βρίσκουν μέσα στο νου μου ένα πεδίον συγκεντρώσεως στις όχθες του Αμούρ. Στην εκλογή αυτού του ποταμού της Σιβηρίας, συνετέλεσε το γεγονός ότι το όνομά του εις την γαλλικήν σημαίνει έρως, και το ότι ο ποταμός Αμούρ διασχίζει χώρες που κατοικούνται από μογγολικές φυλές, στις οποίες ανήκουν και οι τάταροι των παιδικών μου αναμνήσεων. Μα και η αγάπη μου για τις μακρυνές αυτές χώρες, που συμβολίζουν για μένα, άλλα αρχέτυπα αγάπης –Ρωσσία, μητέρα- (η μάνα μου είναι κατά το ήμισυ Ρωσσίς) έπαιξε ένα ρόλο πολύ σημαντικό στην εξεύρεσι αυτού του πεδίου, το οποίον, από την στιγμή που ευρέθη, αποτελεί πλέον σημείον εξορμήσεως και επιστροφής του πλήθους των συσχετίσεων που έρχονται και αποχωρούν απανωτά μέσα στο νου μου, σαν άμπωτις και πλημμυρίς.
Και ο Αμούρ ποτίζει πάντοτε την χώρα αυτή. Το έπος των μικρών τατάρων του Τσόργκουν, το διαδέχεται εδώ, καθώς αντίλαλος των ιαχών αυτών των αγοριών, αλαλαγμός μογγόλων και κοζάκων ζαπορόγων, πέρα από τις στέππες των Κιργκίζ. Τις ατέρμονες ερημικές εκτάσεις, που ενιαχού τις σκεπάζει η τούνδρα, μέσα στη φλόγα του καλοκαιριού, και αλλού τις καλύπτουν πυκνά και παμμεγέθη δάση, τις διασχίζουν τα μικρά νευρώδη ιππάρια των νομάδων και των κατακτητών, ενώ εις τον γλαυκόν αιθέρα, ταξειδεύουν ακοίμητοι και έτοιμοι πάντοτε να επιτεθούν, γύπες και αετοί από τα Αλτάϊα και τα Ιαβλονόϊα όρη, κουρσεύοντας στο διάβα των την πανίδα των υψιπέδων. Αίφνης ένας ήχος οξύς σαν διαπεραστική κραυγή ξεσχίζει τον αέρα. Τούτη τη φορά δεν προέρχεται από ζώο που το χτύπησαν θανάσιμα τα νύχια και το ράμφος ενός αρπακτικού. Μία τολύπη σκάει στον ορίζοντα και ευθύς την ακολουθούν και άλλες πολλές, αμέτρητες –τόσες που σχηματίζουν ένα σύννεφο, που το σπρώχνει και το κατευθύνει η φορά του ανέμου. Μία βοή υπόκωφη πλησιάζει και ένας γδούπος ακούεται σαν να διαβαίνη μια αγέλη από μαμούθ, ή από γιγαντιαία ελάφια του τεταρτογενούς. Έτσι περνά ο Υπερσιβηρικός, ο χαλύβδινος ρήγας της Ασίας.

Και ο Αμούρ εξακολουθεί να ρέη, ποτίζοντας όχι μόνο τις χώρες που διασχίζει, από τα Ιαβλονόϊα όρη μέχρι των εκβολών του στην Οχοτσκική, μα και ολόκληρη την ενδοχώρα εις την οποίαν εισεχώρησε και που ένα μικρό της μόνον μέρος περιέχουν οι σελίδες τούτες.
Και είναι για μένα πάντοτε ο Αμούρ, ο ποταμός, ο Αμούρ ο Έρως. Προς αυτόν θα συγκλίνουν πάντοτε και θα εκτοξεύωνται πάλι πάντοτε από αυτόν, οι παλμοί και οι παρωθήσεις μας, και σχετικά και άσχετα με τις συνειδητές βουλές μας. Στις όχθες του, θα πολεμούν και θα ειρηνεύουν, θα καταστρέφουν και θα δημιουργούν, θα κοπιάζουν και θα αναπαύωνται, θα θρηνούν και θα αγάλλωνται, θα διψούν και θα δροσίζωνται, όσοι από μας λέγουν το ναι, και όσοι από μας λέγουν το όχι.

Είπα πάντοτε Ναι. Πάντα και πάντοτε. Πάντα και πάντοτε θα ρέη ο Αμούρ, και εντός και εκτός, με την παντάνασσα ορμή του, όπως και χθες, όπως και σήμερα, όπως και τώρα που πλημμυρίζει μέσα μου και ξεχειλίζει και με αναγκάζει να κραυγάσω με όλη την δύναμι των πνευμόνων μου:

«Αμούρ! Αμούρ!»

Ανδρέας Εμπειρίκος, Αμούρ-Αμούρ, 1939
Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία 1936-46
Pablo Picasso, Boy Leading a Horse, 1906


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...