Japanese Graphic Design, 1920s-1930s

 Reijin sheet music cover, 1930                                                              Poster design by Shujiro Shimomura, 1928
The Advertising World, 1926  (magazine cover)                                                                      Buy Domestic, 1930 (poster)
The Advertising World (magazine cover), 1933                                                                Affiches (magazine cover), 1927
Nippon (magazine cover), 1935                                                               Nippon (magazine cover), 1934


Trees | Photos by Andreas Feininger, 1937-1976

Andreas Feininger, European Willow, 1959
Andreas Feininger, Trees, 1937
Andreas Feininger,  Strangler Fig Trees (Ficus aurea), n.d.      
Andreas Feininger, Volume III: Trees, 1976
Andreas Feininger, Banyan Tree (Ficus benghalensis)
Andreas Feininger, Florida Banyan Trees,1960's
Andreas Feininger, Beeches at Moens Klint, Denmark, n.d.
Andreas Feininger, Shagbark Hickory (Carya ovata), n.d. 
Andreas Feininger, Sycamore Fruit (Platanus occidentalis), n.d.
Andreas Feininger, White Oak (Quercus alba), n.d. 
 Andreas Feininger, White Pine (Pinus strobus), n.d.
Andreas Feininger, A French Country Road - a Chaussée - Lined by Pollarded Plane Trees, n.d.

Nowadays / Untitled / Petrakov / Tumbling Old Women / The Meeting | Daniil Kharms, 1905-42

Daniil Kharms, 1905-42

What They Sell in Stores Nowadays

Koratygin came to see Tikakeyev but did not find him at home.
Meanwhile, Tikakeyev was at the store buying sugar, meat and cucumbers.
Koratygin milled around in Tikakeyev's doorway and was about ready to write him a note when he saw
Tikakeyev himself, carrying a plastic satchel in his hands. Koratygin saw Tikakeyev and yelled:
"And I've been waiting here for a whole hour!"
"That's not true," said Tikakeyev, "I've only been out 25 minutes."
"Well that I don't know," said Koratygin, "but I've been here an hour, that much I do know."
"Don't lie," said Tikakeyev. "It's shameful."
"My good sir," said Koratygin, "you should use some discretion in choosing your words."
"I think...," started Tikakeyev, but Koratygin interrupted:
"If you think...," he said, but then Tikakeyev interrupted Koratygin, saying:
"You're one to talk!"
These words so enraged Koratygin that he pinched one nostril with his finger and blew his other nostril at Tikakeyev.
Then Tikakeyev snatched the biggest cucumber from his satchel and hit Koratygin over the head.
Koratygin clasped his hands to his head, fell over and died.
What big cucumbers they sell in stores nowadays!


I was born in the reeds. Like a mouse. My mother gave birth to me and put me in the water. And I swam away. Some kind of fish with four whiskers on its nose circled around me. I started crying. And the fish started crying. Suddenly we noticed that some porridge was floating atop the water. We ate the porridge and began to laugh. We were very happy, and we swam along with the current until we met a crayfish. It was an ancient, great crayfish; it held an ax in its claws. A naked frog followed swimming behind the crayfish. "Why are you always naked," asked the crayfish, "aren't you ashamed?" - "There's nothing shameful in it," answered the frog. "Why should we be ashamed of our fine bodies, given us by nature, when we are not ashamed of the vile acts that we ourselves perpetrate." - "Your words are true," said the crayfish. "And I do not know how to answer you. I suggest we ask a human, because humans are smarter than we. We are only smart in the fables that man writes about us, i.e. it means once more that it is the human that is smart and not us." But then the crayfish noticed me and said: "And we don't even have to swim anywhere to find him - because here he is, a human." The crayfish swam over to me and asked: "Should one be embarrassed of one's own body? You, human, answer us!" - "I am a human and I will answer you: One should not be embarrassed of one's own body."

An Incident Involving Petrakov

So, once Petrakov wanted to go to sleep but, lying down, missed
the bed. He hit the floor so hard he lay there unable to get up.

So Petrakov mustered his remaining strength and got on his
hands and knees. But his strength abandoned him and he fell
on his stomach again, and he just lies there.

Petrakov lay on the floor about five hours.
At first he just lay there, but then he fell asleep.

Sleep refreshed Petrakov’s strength. He woke up invigorated,
got up, walked around the room and cautiously lay down on the
bed. “Well,” he thought, “now I’ll get some sleep.”
But now he’s not feeling very sleepy. So Petrakov keeps turning
in his bed and can’t fall asleep.

And that’s it, more or less.

Tumbling Old Women

Because of her excessive curiosity, one old woman
tumbled out her window, fell and shattered to pieces.

Another old woman leaned out to look at the one who'd
shattered but, out of excessive curiosity, also tumbled out
her window, fell and shattered to pieces.

Then a third old woman tumbled from her window,
and a fourth, and a fifth.

When the sixth old woman tumbled out of her window,
I got sick of watching them and walked over to the Maltsev
Market where, they say, a blind man had been given a knit

The Meeting

Now, one day a man went to work and on the way
he met another man, who, having bought a loaf of
Polish bread, was heading back home where he came from.

And that's it, more or less.

 Daniil Kharms, 1905-42, Today I Wrote Nothing: Selected Writings 

Come Close | Sappho, 630 – 570 BC

Paul Caponigro - Eleanor’s Hands, Winthrop, Massachusetts, 1965

“You will have memories
Because of what we did back then
When we were new at this,

Yes, we did many things, then - all

Come Close, Sappho (630 –  570 BC)

Stereosc2pe + Ship drawings | 1797-1855

Sketch of a warship, envelope dated 1855*                                                     Antique ship’s logbook, 1797

*Writing details an engagement in the Crimean War, by an observer who witnessed 
the first use of ironclads in warfare.

Stereosc2pe >

Κατά Σαδδουκαίων | Μιχάλης Κατσαρός, 1953

Μιχάλης Κατσαρός

Κατά Σαδδουκαίων

Πλήθος Σαδδουκαίων
Ρωμαίων υπαλλήλων
μάντεις και αστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)
περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.
Κραυγές απʼ τον προνάρθηκα του Ναού.
Απʼ τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:
Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν κατά του πρίγκηπος
Οι Χριστιανοί να ʽχουνε δούλους Χριστιανούς.
Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.
Εγώ απέναντι σας ένας μάρτυρας
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους ύπατους εγώ ανέδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά ή πανοπλία
εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου –
η θέληση μου που καταπατήθηκε
τόσους αιώνες.

Τους άλλους απʼ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει
η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τʼ άλογα τους απʼ τον κάμπο μου•

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους υπάτους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα
τη θέληση μου που την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι
όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκηπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα
νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στέφανους
οι πονηροί ρωμαίοι υπάλληλοι
του Αυτοκράτορος
ʽτοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλιση τους.
Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι
η θέληση μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου
για την καινούργια μακρινή μου ανάσταση

Ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου

Στις έξη και τριάντα στη Ρώμη
να μπαίνεις σαν έμπορας ή καμηλιέρης
μεταμορφωμένος σε συνοδό χρυσού
  και άσημο επισκέπτη –
κι όμως στον κόρφο σου να φέρνεις μυστικά
του Δεκριανού 
κι αμέσως να διαδίδεται στις αγορές
μέσα στα ανάκτορα
      ότι κατέφθασε ένα πρόσωπο
               ν’ ανατινάξει την πόλη.
Ύστερα ν’ ανεβαίνεις τα αξιώματα
στους διαδρόμους να σε σταματούν έντρομα
ο γραμματέας του αυτοκράτορος έμπιστα να ρωτά
να τερματίζεται η δεξίωσις
η φήμη να μεταφέρει το μπόι σου
να μεταφέρει τ’ άλογό σου –
ξανθός όμορφος ο εχθρός του βασίλειου
έχει χιτώνα πράσινο και κάτω το ξίφος
τα μάτια του αστραπές και συνωμοσία
περιπλανάται σε υγρές αυλές και μυστικά οπλοστάσια –
συγκάλεσε εκτάκτως Σύνοδο
κλείστε καλά τις εξώπορτες
ν’ ασφαλιστείτε.

Κι εσύ ήσυχα πάνω σε ξύλινα τραπέζια και
να προετοιμάζεις την ένδοξη παρουσία –
όμως – να εκφυλίζεσαι μετά σε αγοραίο ρήτορα
να κεραυνώνεις τα πλήθη με λόγους
να ξεχνάς τον προορισμό σου
να ξεχνάς τ’ άλογό σου
να προσπαθείς να φτάσεις με υπομνήματα
  τον αυτοκράτορα
να ζητάς πίστωση χρόνου
οι γραμματείς να σου απορρίπτουν
  την αίτηση –
Πώς γίνεται τόσο εσύ να ξεπέσεις;

Η ένδοξη Ρώμη σε περίμενε τόσους αιώνες
σε προφητείες έλεγε τον ερχομό σου
κι εσύ αφομοιώθηκες;

Το σχήμα μου

Θα προσπαθήσω να δώσω το σχῆμα μου
ὅπως συντρίβεται σε δυο λιθάρια
θασκεφτῶ ὑπόχρεος ἀπέναντί σου
θα στήσω τη φοβερή ὀμπρέλα μου
με τις μπαλένες ἀπ᾿ το πρόσωπό μου
μαύρη ὑγρή ἀκατανόητη
ἀπ᾿ τον καιρό που ἤτανε ἀσπίδα
που ἦταν ταπεινό κυκλάμινο
και μια ρομφαία.

Θέλω να μιλήσω ἁπλά για την ἀγάπη
των ἀνθρώπων
και παρεμβαίνουν οἱ θύελλες
παρεμβαίνει το πλῆθος
το στῆθος μου
το τρομερό ἡφαίστειο που λειτουργεῖ
κάτ᾿ ἀπο πέτρες.
Τα φριχτά ἐρωτήματα παραμένουν ἐπίμονα
μαῦρα ὑγρά ἀκατανόητα
παραμένουν ἐπίσημα
σαν σαρτεβάλια.
Ὅσο ἀπ᾿ τις μικρές καλύβες να γελοῦν
ὅσοι οι χωρικοί να μπαίνουν στα ἐργοστάσια
ο πύργος μας καίγεται
θ᾿ ἀφήσουν ἐποχή οἱ ἔνδοξες μέρες
ὅλα τ᾿ ἀπόκρυφα χειρόγραφα θα ἐπιστραφοῦν
ἀπο σοφούς και μάντεις.

Μετά το θέμα μας χάθηκε.
Δεν ἔχομε τίποτα να σᾶς ποῦμε
ἔτσι που ὅλα προδοθήκανε
ἔτσι που ὅλα λύσαν τους ἁρμούς
απο πίστη σε πίστη
απο ὑπόγειο σε ὑπόγειο
απο πρόσωπο σε πρόσωπο
δεν ἔχομε τίποτα να σᾶς ποῦμε.

Βαθιά στις ρίζες του δέντρου σας
μαζί με τους τυφλοπόντικες
μαζί με τους καταποντισμένους πίθηκους
σε σκοτεινούς ὑποχθόνιους κρότους
ἀσθμαίνοντας μετατοπίζομαι 
-ἀνακατωμένοι οι βρόγχοι-
βαθιά στα ξερά λιβάδια σας πέφτει καινούργια 
ἀθόρυβη βροχή
ὅπου συντρίβει
ὅπου ἀνθίζει τα χέρια μας ἀπ᾿ τις δικές σας
οπου γεμίζουν τ᾿ ἄδειά μας σταμνιά
κερί και μέλι.

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθώς προζύμι
ο σιδερένιος κλοιός θα ραγιστεῖ 
τα ὄρη σας ὅπως πυκνά σύννεφα θα χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θα τρίξουν
στις ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θα
και θ᾿ ἀκουστεῖ η φωνή μου:
«Οι νέοι πρίγκιπες με σάλπιγγες και νέες
οἱ νέοι συμβουλάτορες οι νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι και τα συμβούλια και οἱ ἐπιτροπές
ὅλοι οι μάγοι προφεσόροι...»

Περιμένετε αὐτη τη φωνή.
Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.

Η διαθήκη μου ~

σʼ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σʼ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.
στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

σʼ αυτόν που χαιρετάει απʼ την εξέδρα ώρες
ατελείωτες τις παρελάσεις
σʼ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σʼ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σʼ όλα τʼ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σʼ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές στις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σʼ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σʼ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την

Θα σας περιμένω

Θασας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα ἀδιάφορος-
Δεν ἔχω πια τί ἄλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν το τέλος μου
ἀνάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεῶνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπο το χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπο το χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγωθα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα ἔχει πολύ ξηρασία.


Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
– καθώς διαβάστηκε –
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί
όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.
Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

Κατα Σαδδουκαίων, Μιχάλης Κατσαρός, 1953

Κατά Σαδδουκαίων, πρώτη έκδοση, Αύγ. 1953

~“Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘Δημοκρατικός Τύπος’ λογοκριμένο από προοδευτικό διανοούμενο. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το Υστερόγραφο”. Μιχάλης Κατσαρός

“Σαδδουκαίοι”, οπαδοί Ιουδαϊκής αίρεσης η οποία ιδρύθηκε κατά τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνος, αντιπολιτευόταν (κατά τον 2ο αιώνα) τους φαρισαίους, ήσαν προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου, παραμελούσαν την προφητική διδασκαλία, απέρριπταν την παράδοση, και δεν παραδέχονταν την αθανασία της ψυχής και την ανάσταση των νεκρών. Τέλος, απέδιδαν μεγάλη σημασία στους τύπους των ιεροτελεστιών, και λάτρευαν την ευζωία και τις διασκεδάσεις.

^Δεκριανός: Σοφιστής με καταγωγή από την Πάτρα

Μιχάλης Κατσαρός (π.1921 - 1998)

Γεννήθηκε στην Κυπαρισσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Πήρε μέρος στο Αλβανικό έπος, ως αεροπόρος. Στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής έδωσε μάχες μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Βασανίστηκε άγρια, όταν τον παρέδωσαν συνεργάτες των Γερμανών στην Γκεστάπο.

Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος «Το Μπαρμπερίνικο καράβι» στα Ελεύθερα Γράμματα. Επίσης, στο ίδιο έτος -και στο ίδιο περιοδικό- δημοσίευσε, σε ελεύθερο στίχο, το ποίημα «Βγενιώ».

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Μεσολόγγι" (1949), "Κατά Σαδδουκαίων" (1953), "Οροπέδιο" (1956), "Σύγγραμμα" (1975), "Πρόβα και Ωδές" (1975), "Ενδύματα" (1977), "Αλφαβητάριο - Ποιήματα Α-Ω" (1978), "Ονόματα" (1980), "3Μ+3Μ:6Μ", (1981), "4 Μαζινό" (1982) (β' έκδοση 1996), "Μείον Ωά" (1985), "Ο πατέρας του ποιητή" (1986), "Κορέκτ, Φόβος Ποιητή" (1996), "Καζαμίας Ελλήνων" (1997). Ακόμα έχει δημοσιεύσει τα φιλοσοφικά κείμενα "Χρονικόν Μορέως" (1973), "Πας-Λακίς Michelet" (1983), "Σύγχρονες Μπροσούρες" (1977-78), "Το Κράτος Εργοδότης" (1978), "Αυτοκρατορική Πραγματικότητα" (1995) (δίγλωσση έκδοση) καθώς και το μυθιστόρημα "Οι Συλλέκται της Μονόχρα" (1980).

Γιάννης Στεφανάκις, Κατά Σαδδουκαίων


The Factory Years | Velvet Underground, Nico & Andy Warhol, New York, 1965-67

Adam Ritchie, Lou Reed & John Cale performing at Cafe Bizarre, 1965
Adam Ritchie, John Cale performing at Delmonico's, New York City, 1966
Gerard Malanga, The Velvet Underground, New York City, 1966
Steve Schapiro - Lou Reed, Sterling Morrison &  John Cale, Scepter Studios, New York   
Lisa Law, Nico Performing with the V.U., The Trip, Sunset Strip, West Hollywood, 1966
 N.Y. street, 1960s
Lou Reed at the luncheonette on the corner of 47th Street and 3rd Avenue, 1967
Steve Schapiro, Velvet Underground performing, 1966 
Nico at the Village Voice, February 9 1967
 Steve Schapiro, Nico & Lou Reed  
V. U. at the Factory
Steve Schapiro, Andy Warhol & Velvet Underground
Billy Name - V. U. , Nico, Andy Warhol, Mary Woronov and Gerard Malanga at Warhol’s Silver Factory, 1966
Joel Meyerowitz, John Cale and Lou Reed, 5th Avenue, N Y, 1968     John Cale and Andy Warhol 
Velvet Underground at the Factory, 1966

Velvet Underground at The Factory and at Paraphernalia, 1966

Velvet Unergound, 1965                                                VU & Nico, 1966

John Cale and Nico
Lou Reed, Sterling Morrison, Nico, Maureen Tucker, and John Cale

 Paul Morrissey - The Velvet Underground and Nico: A Symphony of Sound. 1966

Velvet Underground at the Factory
Andy Warhol, V. U. at the Factory
The Velvet Underground and Nico in Long Island, N. Y., as part of the Exploding Plastic Inevitable, 1966
The Velvet Underground East Village, New York April 7, 1966
 the V.U. & the Exploding Plastic Inevitable, 1966 
Lou Reed & John Cale 
 Lou Reed
Moe Tucker, John Cale, Lou Reed
Velvet Underground
Adam Ritchie, Velvet Underground at Delmonico's, 1965-6 
Steve Schapiro, Velvet Underground performing, 1966  

Exploding Plastic Inevitable, including Andy Warhol's Screen Test with Baby Jane Holzer, 1966 

The Factory was Andy Warhol's New York City studio. The original Factory was on the fifth floor at 
231 East 47th Street, in Midtown Manhattan.

"The Velvets' preterite view of the world, of the present as an assemblage of recent pasts, fusing dimly connected elements 
(modern jazz, doo-wop, rockabilly - 'Put it all together and you end up with me' - Reed), will remain influential whenever 
crises in periods of transition lead listeners to dwell in a dark place, a velvet underground perhaps, for the sake of stasis."

"will always be examined by those who are out of kilter with contemporary life, and who reject communal counteraction. 

"They will seek solace in this idiosyncratic clash of creative individuals who only half comprehended their own influences - 
Reed's Beat poetry, Cale's fusion of LaMonte Young and Phil Spector, Morrison's rock 'n' roll, Tucker's African drumming.

"The Velvet Underground is existential proof that four halves make a whole."

Richard Witts, The Velvet Underground, 2006

 Andy Warhol Velvet Underground debut album, The Velvet Underground & Nico, 1967  Verve Records

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...