Το μάτι | Vladimir Nabokov, 1930

 The Eye ( Соглядатай, Sogliadatai)  Vladimir Nabokov, 1930


''Ναι, υπάρχει κάποια γαργαλιστική απόλαυση στο να κοιτάς στο παρελθόν και να ρωτάς, «Τι θα είχε συμβεί εάν...» και να υποκαθιστάς το ένα τυχαίο περιστατικό με κάποιο άλλο, παρατηρώντας πώς, από μια φαιή, στέρφα, ανιαρή στιγμή σε κάποιου τη ζωή ξεπετάγεται ένα θαυμάσιο, τριανταφυλλένιο γεγονός που στην πραγματικότητα δεν είχε κατορθώσει να ανθίσει.
Μυστηριώδες πράγμα, αυτή η διακλαδούμενη δομή της ζωής: διαισθάνεσαι σε κάθε παρελθούσα στιγμή ένα χώρισμα των δρόμων, ένα "έτσι" κι ένα "αλλιώς", με αναρίθμητα ζιγκ ζαγκ που σε ζαλίζουν, με απίστευτες διακλαδώσεις, με διχοτομήσεις και τριχοτομήσεις που φεγγοβολούν πάνω στο σκοτεινό φόντο του παρελθόντος.''

''Μιαν ανθρώπινη ψυχή (συχνά προσεγγίσιμη και αποκτήσιμη), δεν μπορεί, με κανέναν τρόπο, να γίνει δική σου, να περιέλθει ποτέ στην ιδιοκτησία σου, όπως ακριβώς κανένας δεν μπορεί να συμπεριλάβει ποτέ στα υπάρχοντα του τα ξέφτια από τα σύννεφα ενός ηλιοβασιλέματος πάνω απ' τα σκοτεινιασμένα οικήματα.''

''Γιατί εγώ δεν υπάρχω: δεν υπάρχουν  παρά οι χιλιάδες καθρέφτες που με αντανακλούν. Με κάθε γνωριμία που κάνω, ο πληθυσμός των φαντασμάτων  που μου μοιάζουν, αυξάνει. Κάπου ζουν, κάπου πολλαπλασιάζονται. Εγώ, μονάχα εγώ, δεν υπάρχω...
...Παρ' όλα αυτά, είμαι ευτυχισμένος. Ναι, ευτυχισμένος. Τ' ορκίζομαι. Ορκίζομαι ότι είμαι ευτυχισμένος. Συνειδητοποίησα πως η μόνη ευτυχία στον κόσμο είναι το να παρατηρείς, να κατασκοπεύεις, να παρακολουθείς, να περιεργάζεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να μην είσαι παρά ένας οφθαλμός, ένα μεγάλο, κάπως υαλώδες, κάπως κόκκινο κι ερεθισμένο, ορθάνοιχτο μάτι. Τ' ορκίζομαι, αυτό είναι η ευτυχία.''


Vladimir Nabokov, Το μάτι, 1930 
μτφ: Γ. - Ί. Μπαμπασάκης


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...




You look at me, you look at me closely, each time closer and then we play cyclops, we look at each other closer each time and our eyes grow, they grow closer, they overlap and the cyclops look at each other, breathing confusion, their mouths find each other and fight warmly, biting with their lips, resting their tongues lightly on their teeth, playing in their caverns where the heavy air comes and goes with the scent of an old perfume and silence. Then my hands want to hide in your hair, slowly stroke the depth of your hair while we kiss with mouths full of flowers or fish, of living movements, of dark fragrance. And if we bite each other, the pain is sweet, and if we drown in a short and terrible surge of breath, that instant death is beauty. And there is a single saliva and a single flavour of ripe fruit, and I can feel you shiver against me like a moon on the water.



Julio Cortázar / Rayuela / 1963


.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...