Ο Μ. Καραγάτσης αυτοβιογραφείται, 1908-1960

Μ. Καραγάτσης (1908-1960)

Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά».

Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ. Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...

Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τόρριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...

Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωές μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεΐζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ. Σπύρο Μελά.

Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου, όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.

ΑΜΗΝ
Μ. Καραγάτσης
Η υπογραφή του Μ. Καραγάτση (1908-1960)



Also:

Blind Man's Buff | Paintings by Andre Henri Dargelas / Francisco de Goya / Antonio Ermolao Paoletti / George Goodwin Kilburne / Hendrik Joseph Dillens / Leonard Saurfelt / Theodore Kleehaas, 1788-1890

Andre Henri Dargelas (1828–1906), Blind man's buff
Francisco de Goya, Blind Man's Buff, 1788
Blind Man's Buff by  Heinrich Leinweber, 1836-1908
Friedrich Carl Hoesch, Children playing blind man's buff,  1860
Blind Man's Buff by Edmond Castan, 1817-1892 
John Ludwig Krimmel Blind Man's Bluff, 1814
Leonard Saurfelt,  Blind Man's Bluff
Blind Man's Bluff by Theodore Kleehaas, 1854-1929
Blind Man's Bluff Antonio Ermolao Paoletti (1834–1912)
Blind Man's Bluff by Hendrik Joseph Dillens, 1812-1872
Blind Man's Buff by George Goodwin Kilburne, 1839-1924
Kate Greenaway, Blind Man's Buff, 1889
Adrien Marie, Children playing blind man's buff, 1890

Blind man's buff is played in a spacious area, such as outdoors or in a large room, in which 
one player, designated as "It", is blindfolded and gropes around attempting to touch the 
other players without being able to see them, while the other players scatter and try to
 avoid the person who is "it", hiding in plain sight and sometimes teasing them to 
influence them to change direction.

When the "it" player catches someone, the caught player becomes "it" 
and the catcher flees from them.

A version of the game was played in Ancient Greece where it was called "copper mosquito."
The game is played by children in Bangladesh where it is known as Kanamachi meaning 
blind fly. One individual is blind-folded in order to catch or touch one of the others who 
run around repeating, "The blind flies are hovering fast! Catch whichever you can!" 


Also:

Flick Review < The Very Eye of Night | Maya Deren, 1958

 














The Very Eye of Night, 1958
Director / Writer / Cinematography: Maya Deren
Music: Teiji Ito
Stars: Don Freisinger,Richard Sandifer, Patricia Ferrier

The film was made between 1952 and 1955 in collaboration with choreographer 
Antony Tudor, though it was not released until 1959 when the musical score by 
Teiji Ito was added. The film was initially premiered on 3 May 1958 in 
Port-au-Prince, Haiti.

Maya Deren

“I think it's taken me out in space about as far as I can go... There truly seems 
no place to go from here, at least in the same direction."

Maya Deren


Stormy Sea | Photos by Harry Gruyaert, 1991-2017

Harry Gruyaert, Le Touquet, France, 2017
Harry Gruyaert, Côte d’Opal, France, 1998
Harry Gruyaert, Wissant Beach, France
Harry Gruyaert, Wissant Beach, France, 1998
Harry Gruyaert, Berck Beach, France, 2007
Harry Gruyaert, Fort Mahon beach, Baie de Somm, France, 1991
Harry Gruyaert, Cap Blanc Nez, Cote d'Opale, 1998
Harry Gruyaert, Dominic Republic, 1991
Harry Gruyaert, Ecalles, France, 1998
Harry Gruyaert, Baie des Anges, Nice, France, 2005


“There is no story. It’s just a question of shapes and light”

Harry Gruyaert

Alphabetarion # Speech | Oliver Sacks, 1989

Joan Miró, Object, Barcelona, spring 1936

 “We speak not only to tell other people what we think, but to tell 
ourselves what we think. Speech is a part of thought.”

 Oliver Sacks, Seeing Voices, 1989


The Lady Unknown | Alexander Blok, 1907

Finding his way home while loaded. 
Wallace Irwin - The book of spice, 1906

Of evenings hangs above the restaurant
A humid, wild and heavy air.
The Springtide spirit, brooding, pestilent,
Commands the drunken outcries there.

Far off, above the alley's mustiness,
Where bored gray summerhouses lie,
The baker's sign swings gold through dustiness,
And loud and shrill the children cry.

Beyond the city stroll the exquisites,
At every dusk and all the same:
Their derbies tilted back, the pretty wits
Are playing at the ancient game.

Upon the lake but feebly furious
Soft screams and creaking oar-locks sound.
And in the sky, blasé, incurious,
The moon beholds the earthly round.

And every evening, dazed and serious,
I watch the same procession pass;
In liquor, raw and yet mysterious,
One friend is mirrored in my glass.

Beside the scattered tables, somnolent
And dreary waiters stick around.
"In vino veritas!" shout violent
And red-eyed fools in liquor drowned.

And every evening, strange, immutable,
(Is it a dream no waking proves?)
As to a rendezvous inscrutable
A silken lady darkly moves.

She slowly passes by the drunken ones
And lonely by the window sits;
And from her robes, above the sunken ones,
A misty fainting perfume flits.

Her silks' resilience, and the tapering
Of her ringed fingers, and her plumes,
Stir vaguely like dim incense vaporing,
Deep ancient faiths their mystery illumes.

I try, held in this strange captivity,
To pierce the veil that darkling falls—
I see enchanted shores' declivity,
And an enchanted distance calls.

I guard dark secrets' tortuosities.
A sun is given me to hold.
An acrid wine finds out the sinuosities
That in my soul were locked of old.

And in my brain the soft slow flittering
Of ostrich feathers waves once more;
And fathomless the azure glittering
Where two eyes blossom on the shore.

My soul holds fast its treasure renitent,
The key is safe and solely mine.
Ah, you are right, drunken impenitent!
I also know: truth lies in wine.

Alexander Blok, The Lady Unknown, 1907


Also:


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...